Ο Τόμας Λίπτον έμεινε γνωστός παγκοσμίως για το ομώνυμο τσάι. Ωστόσο, πολύ πριν ασχοληθεί με αυτό είχε καταφέρει να ξεφύγει από τη φτώχια και να γίνει ένας από τους πιο πλούσιους άνδρες της Σκωτίας, χάρη στο επιχειρηματικό του δαιμόνιο και τις πρωτοποριακές προωθητικές ενέργειες που εφάρμοσε….

Γεννημένος το 1850 στη Γλασκόβη από φτωχούς γονείς, ο Τόμας Λίπτον ήταν το μοναδικό από τα έξι παιδιά που κατάφερε να ενηλικιωθεί. Σε ηλικία 10 ετών παράτησε το σχολείο, για να βοηθήσει τους γονείς του στο μικρό παντοπωλείο τους, χάρη στο οποίο μόλις που έβγαζαν τα προς το ζην. Τέσσερα χρόνια αργότερα, έχοντας οχτώ δολάρια στην τσέπη, σάλπαρε για την Αμερική αναζητώντας καλύτερη τύχη. Αρχικά, εργάστηκε σε διάφορες φάρμες, ενώ αργότερα απασχολήθηκε ως βοηθός διευθυντή σε παντοπωλείο. Εκεί έμαθε τα τρικ των εμπόρων για να πείσουν τους πελάτες να αγοράζουν μεγαλύτερες ποσότητες: έξυπνες διαφημίσεις, πινακίδες, ευγενικοί πωλητές, κ.λπ…..

Τα “ορφανά του Λίπτον” Το 1869, επέστρεψε στην πατρίδα του, έτοιμος να εφαρμόσει στο παντοπωλείο των γονιών του αυτά που είχε διδαχθεί. Το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να ταυτιστεί με ένα γουρουνάκι, γνωστό καρτούν της εποχής, το οποίο τοιχοκολλούσε κάθε εβδομάδα στη βιτρίνα. Το κόλπο πέτυχε, καθώς πλήθος κόσμου συνέρρεε έξω από τη βιτρίνα για να δει ποιο θα ήταν το επόμενο καρτούν. Ένα από τα καρτούν έδειχνε το γουρουνάκι να κλαίει. Όποτε έμπαιναν μέσα και ρωτούσαν τον Λίπτον γιατί έκλαιγε, εκείνος έλεγε ότι έμεινε ορφανό, επειδή όλοι οι συγγενείς του μπήκαν στο μαγαζί και μετατράπηκαν σε χοιρινό και μπέικον. Ο Λίπτον αποφάσισε να επενδύσει στο ορφανό γουρουνάκι, αγοράζοντας δύο μεγάλα γουρούνια. Τα στόλιζε με μπλε και ροζ κορδέλες και τα έβγαζε στους δρόμους με μια πινακίδα που έλεγε: “Τα ορφανά του Λίπτον“. Σύντομα όλη η γειτονιά μιλούσε για τα δύο ορφανά σε σημείο που, όταν κάποιος δεν ντυνόταν καλά, τον αποκαλούσαν το “ορφανό του Λίπτον”. Το τεράστιο τυρί και οι ευφάνταστες διαφημιστικές τεχνικές Οι πωλήσεις του μπέικον, του χοιρινού και των αβγών εκτοξεύτηκαν, επιτρέποντας στον εφευρετικό παντοπώλη να προβάλλει το μαγαζί του, πετώντας διαφημιστικά από αερόστατο, τυπώνοντας χαρτονομίσματα που ανέγραφαν πάνω το ποσό της έκπτωσης και διακοσμώντας τη βιτρίνα με πελώρια λουκάνικα. Όμως αυτό που θα έκανε πάταγο θα ήταν ένα τεράστιο τυρί, που φτιάχτηκε με την επιστράτευση 800 αγελάδων που αρμέγονταν για έξι ημέρες και στο οποίο ο Λίπτον τοποθέτησε για δόλωμα χρυσά νομίσματα. Όταν το τυρί άρχισε να διατίθεται προς πώληση, έξω από το κατάστημα προκλήθηκε μεγάλος συνωστισμός, σε σημείο που κλήθηκε η αστυνομία για να επιβάλει την τάξη. Για την ιστορία το τυρί “εξαφανίστηκε” μέσα σε δύο ώρες……

Τα διαφημιστικά τρικ απέφεραν σημαντικά κέρδη και σύντομα ο Λίπτον άνοιξε τρία ακόμη μαγαζιά. Επίσης φρόντιζε να κάνει μαζικές αγορές περιορισμένης ποικιλίας προϊόντων, με σκοπό να πουλάει σε χαμηλές τιμές. Στη δεκαετία του 1880, αρκετό καιρό πριν ακόμη ασχοληθεί με το τσάι, ο εκατομμυριούχος πια Λίπτον διέθετε τουλάχιστον 300 μαγαζιά….

Το ταξίδι που άλλαξε την ιστορία του τσαγιού To 1890, αποφάσισε να κάνει ένα ταξίδι στην Αυστραλία, το οποίο όμως διέκοψε, αφού σταμάτησε στη Σρι Λάνκα, τότε Κεϋλάνη, για να συλλέξει πληροφορίες για το τσάι. Ο Λίπτον, που δεν εμπιστευόταν τους μεσάζοντες, αποφάσισε να παράγει ο ίδιος το τσάι και να το στέλνει στη Βρετανία. Αγόρασε, λοιπόν, έναντι πινακίου φακής πρώην φυτείες καφέ και τις μετέτρεψε σε φυτείες για τσάι, ελέγχοντας έτσι την ποιότητα και την τιμή του τσαγιού που θα διέθετε στα μαγαζιά του. Σε μια εποχή που το τσάι ήταν διαθέσιμο αποκλειστικά σε χύμα μορφή, ο Λίπτον το τοποθέτησε σε φακελάκια και το διέθεσε στην αγορά σε τρεις διαφορετικές ανοιχτόχρωμες συσκευασίες. Η ζήτηση για το φθηνό και όμορφα συσκευασμένο τσάι ήταν μεγάλη, παρακινώντας και άλλους παντοπώλες να το προμηθευτούν. Σε λίγα χρόνια, το τσάι είχε γίνει δημοφιλές στα παντοπωλεία και εστιατόρια όλης της Ευρώπης, ενώ ο Λίπτον φρόντιζε να αλλάζει τις γεύσεις από χώρα σε χώρα, καθώς η γεύση του νερού διέφερε ανάλογα με την περιοχή….

 

“Συγγνώμη, κύριε, αλλά δεν έχουμε αυτό το πράγμα εδώ”

Έμενε, όμως, μία αγορά που δεν είχε κατακτηθεί ακόμη: η αμερικάνικη. Το 1890, ο “βαρόνος του τσαγιού” έφτασε στο Σικάγο. Όχι για να εργαστεί σκληρά, αλλά για να διερευνήσει την αγορά. Όταν, λοιπόν, επισκέφθηκε ένα εστιατόριο και παρήγγειλε τσάι, ο σερβιτόρος του απάντησε ως εξής: “Συγγνώμη, κύριε, αλλά δεν έχουμε αυτό το πράγμα εδώ“. Τότε κατάλαβε ότι θα μπορούσε να κατακτήσει την αγορά, πείθοντας τους Αμερικάνους ότι το δικό του τσάι ήταν το καλύτερο. Την εποχή εκείνη, το τσάι ήταν διαθέσιμο σε λίγα μαγαζιά και ήταν αρκετά ακριβό, χαμηλής ποιότητας και “μπαγιάτικο” λόγω κακής αποθήκευσης. Ο Λίπτον καταχώρισε εκατοντάδες διαφημίσεις σε εφημερίδες, ενώ προσέλαβε πωλητές για να το προωθήσουν σε εστιατόρια και ξενοδοχεία. Ευρεία δημοσιότητα κέρδισε το 1893, όταν έπεισε την κυβέρνηση της Κεϋλάνης, του μεγαλύτερου παραγωγού τσαγιού, να συμμετάσχει στη μεγάλη ετήσια έκθεση στο Σικάγο…

Λίγα χρόνια αργότερα, άνοιξε στο Μανχάταν το πρώτο του εργοστάσιο, κατεβάζοντας, έτσι, κι άλλο το κόστος παραγωγής. Η “κατάκτηση” της Αμερικής δεν οφειλόταν μόνο στις προωθητικές αλχημείες που εφάρμοσε, αλλά και στην προσωπικότητά του, η οποία μάγεψε τους Αμερικάνους. Ψηλός, με μπλε μάτια και κόκκινα μάγουλα, είχε συνδεθεί με τη βασιλική οικογένεια. Το 1897, η βασίλισσα Βικτωρία έχρισε τον Λίπτον ιππότη για την εμπορική του επιτυχία και τη φιλανθρωπική του δράση.

“Ο καλύτερος loser του κόσμου”

Η ιστιοπλοΐα ήταν η μεγάλη αγάπη του Σερ Τόμας Λίπτον και προσπάθησε πέντε φορές να κατακτήσει με το ιστιοπλοϊκό του το America’s Cup. Αν και δεν κέρδισε ποτέ, απέκτησε τη φήμη του “καλύτερου loser του κόσμου”. Για τη φιλότιμη προσπάθειά του, πάντως, του απονεμήθηκε ένα χρυσό κύπελλο…

Οι απόπειρές του Λίπτον στους ιστιοπλοϊκούς αγώνες ίσως να ήταν η μοναδική αποτυχία στο ενεργητικό του πολυμήχανου επιχειρηματία. Όπως ο ίδιος δήλωσε λίγο πριν πεθάνει, “ο μεγαλύτερος καημός μου είναι ότι δεν κατάφερα ποτέ να κερδίσω το America’s Cup“. Ο Σερ Τόμας Λίπτον πέθανε το 1931, αφήνοντας όλη την περιουσία του στην πόλη της Γλασκόβης, για να βοηθήσει τους φτωχούς και να χτίσει νοσοκομεία. Τουλάχιστον 50 χρόνια μετά το θάνατό του, η εικόνα του βρισκόταν σε όλες τις συσκευασίες τσαγιού….

Πηγή: www.mixanitouxronou.gr

Αφήστε μια απάντηση